Γότθοι

Αρχαίος γερμανικός λαός που προερχόταν από τη νότια Σκανδιναβία και συγκεκριμένα από την περιοχή που ονομάζεται Γκότλαντ (χώρα των Γότθων). Στις αρχές των χριστιανικών χρόνων ήταν εγκατεστημένοι στις νότιες ακτές της Βαλτικής, που θεωρείται πως έλαβε την ονομασία της από τη γοτθική βασιλική οικογένεια των Βαλτ. Τον 2o αι. μ.Χ. οι Γ. προχώρησαν προς τα Ν, κατά μήκος του Βιστούλα και από τις πεδιάδες του Δούναβη έφτασαν έως τις βόρειες ακτές του Εύξεινου Πόντου. Κατά τη μακρόχρονη μετανάστευση άφησαν πίσω τους πολλούς συγγενικούς τους λαούς (τους Σκίρους και τους Γεπίδες κατά μήκος του Βιστούλα, τους Ερούλους και Ρούγιους στην Πομερανία, τους Βανδάλους στις εκβολές του Έλβα, τους Βουργουνδίους στο βόρειο τμήμα του ίδιου ποταμού) και έτσι διασπάστηκαν εθνικά· έγιναν ισχυρό έθνος και διαιρέθηκαν σε Οστρογότθους ή Ανατολικούς Γότθους (μεταξύ του Δον και του Δνείπερου) και σε Βησιγότθους ή Δυτικούς Γότθους (μεταξύ Δνείπερου και κάτω Δούναβη). Σε σύντομο χρονικό διάστημα οι Γ., που ήταν επιθετικότεροι από τους άλλους γερμανικούς λαούς, εισέβαλαν στη Δακία και, μολονότι νικήθηκαν το 214 μ.Χ. από τον αυτοκράτορα Καρακάλλα, άρχισαν να εγκαθίστανται στην περιοχή αυτή. Εξαιτίας της επαφής τους με τη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, οι φυλές αυτές (και κυρίως οι Οστρογότθοι) άρχισαν να εκπολιτίζονται, πολλοί μάλιστα από αυτούς κατατάχτηκαν ως εθελοντές στις αυτοκρατορικές λεγεώνες. Ωστόσο η πίεση των Βησιγότθων στα σύνορα της αυτοκρατορίας όλο και μεγάλωνε, γιατί οι βάρβαροι πληθυσμοί γίνονταν πολυπληθέστεροι, ενώ τον ίδιο καιρό παράκμαζε η στρατιωτική δύναμη των Ρωμαίων. Περίπου το 257, οι Βησιγότθοι είχαν ήδη συμπληρώσει την κατάληψη της Δακίας και είχαν αρχίσει τις επιδρομές στα Βαλκάνια, προς την περιοχή του Βυζαντίου, στην Πανονία και στη βόρεια Ιταλία. Εναντίον τους πολέμησαν οι αυτοκράτορες Κλαύδιος B’ (ο Γοτθικός) και Αυρηλιανός (269-270) που κατάφεραν να αναχαιτίσουν τις επιδρομές και να σταματήσουν για σχεδόν δύο αιώνες ακόμη την προέλασή τους προς Δ. Αργότερα οι Βησιγότθοι συμμάχησαν με τον Μέγα Κωνσταντίνο και προσηλυτίστηκαν στον χριστιανισμό από τον επίσκοπο Ουλφίλα, που μετέφρασε τη Βίβλο στη γλώσσα τους. Όταν τον 4o αι., κάτω από την πίεση των Ούννων και των Οστρογότθων, ξανάρχισαν να κινούνται προς τα Δ, η πορεία τους ήταν ασταμάτητη. Το 378 νίκησαν στην Αδριανούπολη τον αυτοκράτορα Βαλέντιο, που έπεσε στο πεδίο της μάχης, και για να δεχτούν την ειρήνη, που ήταν άλλωστε προσωρινή, απέσπασαν από τους Ρωμαίους την πληρωμή χρηματικής χορηγίας. Το 395 με αρχηγό τον Αλάριχο άρχισαν την εκστρατεία εναντίον της Ιταλίας, το 410 λεηλάτησαν τη Ρώμη και το 415 εγκαταστάθηκαν στην Ισπανία, όπου ίδρυσαν βασίλειο. Μετά το βησιγοτθικό κύμα ακολούθησε η διείσδυση των Οστρογότθων. Όταν ο βασιλιάς των Ερούλων Οδόακρος έγινε κύριος της Ιταλίας το 476, ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Ζήνων, για να απαλλάξει την αυτοκρατορία του από τις οστρογοτθικές επιδρομές, ανέθεσε στον Οστρογότθο αρχηγό Θεοδώριχο να διώξει τον σφετεριστή Οδόακρο από την Ιταλία. Οι Οστρογότθοι κυριάρχησαν στην Ιταλία για αρκετές δεκαετίες, ώσπου ο Ιουστιανιανός, ύστερα από μακροχρόνιο πόλεμο, που διήρκεσε από το 535 έως το 553 (Γοτθικός πόλεμος), με στρατηγούς τον Βελισάριο και τον Ναρσή, τους νίκησε και τους υπέταξε μόνιμα. Με την κατάρρευση των βασιλείων τους οι Γ. εξαφανίστηκαν από την ιστορία αφού αφομοίωσαν τον ρωμαϊκό πολιτισμό. Ο κλάδος που κράτησε περισσότερο ήταν των Γ. της Κριμαίας, που έχασαν την ανεξαρτησία τους μόνο το 1475 εξαιτίας των Τούρκων, ενώ η γλώσσα τους, που έμεινε μέχρι ένα σημείο ζωντανή έως και τον 16o αι., φαίνεται πως έσβησε εντελώς μόνο τον 18o αι. Γλώσσα.Η γοτθική είναι μία γερμανική γλώσσα που δεν χρησιμοποιείται. Μαζί με τις γλώσσες των Βουργουνδίων, των Βανδάλων, των Ερούλων, των Ρουγίων, αποτέλεσε την ανατολική γερμανική ομάδα. Ενώ από τις τελευταίες είναι γνωστά μόνο κύρια ονόματα και λίγα ουσιαστικά, τα γοτθικά μάς είναι γνωστά από τα μεγάλα αποσπάσματα της μετάφρασης της Βίβλου, που πραγματοποιήθηκε από τον Βησιγότθο επίσκοπο Ουλφίλα. Το έργο του Ουλφίλα υπήρξε δύσκολο επίτευγμα. Τέλειος γνώστης των λατινικών και των ελληνικών, χρειάστηκε να μεταφέρει έννοιες και όρους του ελληνοχριστιανικού πολιτισμού σε μια γλώσσα, όχι μόνο πάρα πολύ απομακρυσμένη από όλα αυτά εξαιτίας των διαφορετικών πολιτιστικών χαρακτηριστικών του λαού που τη μιλούσε, αλλά και στερημένη –με εξαίρεση τις γερμανικές ρουνικές επιγραφές– κάθε φιλολογικής παράδοσης. Γι’ αυτό αναγκάστηκε πρώτα να επινοήσει ένα αλφάβητο, με βάση το ελληνικό (με μερικά λατινικά και ρουνικά στοιχεία) και να προβληματιστεί ύστερα με δύσκολα θέματα της σημαντικής. Τα γοτθικά, αν και είναι η γλώσσα που διαμορφώθηκε από ένα μόνο πρόσωπο και μάλιστα για τη μετάφραση ενός ιερού κειμένου, έχουν εντελώς ξεχωριστή θέση στη συγκριτική ινδοευρωπαϊκή γλωσσολογία. Η γοτθική αποτελεί την πρώτη τεκμηριωμένη γερμανική γλώσσα και διατηρεί χαρακτηριστικά που –επειδή ή λείπουν ή χάνονται από τις άλλες γερμανικές γλώσσες– την τοποθετούν πολύ κοντά στην κοινή γερμανική. Τέχνη.Με τον όρο γοτθική, δηλαδή βόρεια και βαρβαρική, χαρακτήρισαν υποτιμητικά οι καλλιτέχνες και οι λόγιοι της Αναγέννησης την τελευταία περίοδο του Μεσαίωνα. Ο όρος άλλαξε έννοια και έφτασε να σημαίνει συμβατικά μια συγκεκριμένη στιγμή στην ιστορική εξέλιξη των μορφών. Η γοτθική περίοδος αρχίζει τον 12o αι. και τελειώνει όταν τον 15o ή τον 16o αι. διεισδύουν στις διάφορες χώρες οι κλασικίζουσες μορφές της Αναγέννησης. Το ζήτημα της καταγωγής της γοτθικής αρχιτεκτονικής δεν έχει απόλυτα διευκρινιστεί. Βέβαιο είναι ότι οι μαΐστορες οικοδόμοι και οι λιθοξόοι των μεγάλων καθεδρικών ναών έπρεπε να έχουν αρκετά ανεπτυγμένες τεχνικές και μαθηματικές γνώσεις και ότι στη διαμόρφωση των σχεδίων και όλων των στοιχείων της κατασκευής και της διακόσμησης των γοτθικών κτιρίων συνέβαλε το λεπτό διαλεκτικό πνεύμα της σχολαστικής φιλοσοφίας. Στα μέσα του 11ου αι. οι οικοδόμοι της Ιλ ντε Φρανς, έχοντας αυστηρά ορθολογιστικά κριτήρια, προσπάθησαν να επιλύσουν το πρόβλημα του φωτισμού και της ευρυχωρίας των εκκλησιαστικών κτιρίων που είχε παρουσιαστεί, όταν η ρομανική αρχιτεκτονική αντικατέστησε τις ξύλινες εύφλεκτες στέγες με χτιστούς θόλους και τους στήριξε σε χοντρούς τοίχους και παραστάδες. Έπρεπε λοιπόν να ελαφρύνουν οι θόλοι για να μπορούν να μειωθούν στο ελάχιστο οι αδρανείς όγκοι και να υπερυψωθεί το κεντρικό κλίτος, ώστε να ανοιχτούν στις πλευρές του φωτιστικά παράθυρα. Το αίτημα λύθηκε με τη μετατροπή των ημικυλινδρικών θόλων σε οξυκόρυφους, οι οποίοι ασκούν μικρότερες οριζόντιες ωθήσεις, με τη γενίκευση των σταυροθολίων που συγκεντρώνουν τα φορτία μόνο στις τέσσερις κορυφές του τετραγώνου της βάσης τους. Οι θόλοι αυτοί δεν έχουν ανάγκη από ενιαίους τοίχους αλλά μόνο από υποστυλώματα για τη στήριξή τους. Οι ακμές κατασκευάστηκαν χωριστά από τις καλύπτρες με λαξευτούς αψιδολίθους και σχημάτισαν το αυτοδύναμο στον χώρο πλέγμα των βεργίων, ενώ οι ενδιάμεσες καλύπτρες, μικρές σε έκταση, κλείστηκαν με λεπτή λιθοδομή συμβάλλοντας στην ελαφρότητα των θόλων. Η συγκέντρωση των φορτίων στις γενέσεις των βεργίων επέτρεψε την υπερύψωση του κεντρικού κλίτους και τη δημιουργία υπερώων, πολυλόβων παραθύρων και ροδάκων, αλλά απαιτούσε και ένα σύστημα αντιστήριξης, που προσέφερε η επινόηση των τοξωτών ή μετέωρων αντηρίδων. Οι τοξωτές αντηρίδες, κατακόρυφες κατασκευές τοποθετημένες στο εξωτερικό των ναών, συνδέονται με τις γενέσεις των βεργίων με τη βοήθεια τόξων. Τα τόξα αυτά παραλαμβάνουν τις οριζόντιες και κατακόρυφες ωθήσεις των εσωτερικών θόλων και των τοίχων, τις μεταβιβάζουν στις κατακόρυφες αντηρίδες και εκείνες τις μεταφέρουν στο έδαφος. Για να αντέχουν καλύτερα στις πλάγιες ωθήσεις οι αντηρίδες στέφονται από ένα οξυκόρυφο πυραμιδοειδές μέλος, τη φιάλη. Ο γοτθικός ναός απασχόλησε και ανέδειξε γενεές οικοδόμων και διακοσμητών και διαμορφώθηκε τελικά σε καθαρά ορθολογιστικό οικοδόμημα, στο οποίο τονίζονται όσα μέλη έχουν πραγματική στατική λειτουργία για να δώσουν την εντύπωση μιας δέσμης δυνάμεων χωρίς αδρανή ύλη. Η ισχυρή κατακόρυφη ανάταση των κτιρίων, τα πολυσύνθετα σχέδιά τους με τα πολλά και τα εγκάρσια κλίτη, τους περιδρόμους και τα ακτινωτά παρεκκλήσια, δημιουργούν, με τις ποικίλες επιπτώσεις του φωτός που διαπερνά τους χρωματιστούς υαλοπίνακες, που συνεχώς μεταβάλλονται, ενώ οπτικές εικόνες απομακρύνουν τα πραγματικά όρια του ναού και δίνουν στον χώρο την έννοια του απεριόριστου. Την ελαστική ζωτικότητα των αρχιτεκτονικών μορφών συμπληρώνουν οι ισχυρές φωτοσκιάσεις στα σχήματα των βάσεων των υποστυλωμάτων, στις οριζόντιες ζώνες και στα κιονόκρανα με τον φυτικό διάκοσμο. Τα θυρώματα ανοίγονται στους τοίχους και διευρύνονται προς τα έξω σε οδοντωτή διάταξη, ενώ ο πλαστικός τους διάκοσμος μετατρέπει την ακαμψία των ρομανικών κιονωτών αγαλμάτων σε φυσική κίνηση και βαθιά ψυχική έκφραση. Η γλυπτική ωστόσο, δεν αποδεσμεύτηκε από την αρχιτεκτονική, όπως εξάλλου ούτε και η ζωγραφική. Τη θέση των νωπογραφιών, όταν τα τοιχώματα αντικαταστάθηκαν από μεγάλα παράθυρα, κατέλαβε το υαλογράφημα, που η τεχνική του χρησιμοποιεί δυνατά περιγράμματα και επίπεδες χρωματικές επιφάνειες. Η γοτθική τέχνη εμφανίζει τοπικούς χαρακτήρες στις διάφορες χώρες της Ευρώπης, αλλά διατηρεί και την ενότητά της χάρη στην κοινή κατεύθυνση και στο πλήθος των τεχνικών και μορφολογικών ανταλλαγών. Στη Γαλλία, χώρα καταγωγής του νέου ρυθμού όπου πραγματοποιήθηκε η εξέλιξη από τα ρομανικά συστήματα, ο κατακόρυφος ρυθμός των εκκλησιών του Αγίου Στεφάνου και της Αγίας Τριάδας στην Καν (στα κτίρια αυτά οι θόλοι προστέθηκαν αργότερα) συνεχίζεται στο αβαείο του Σεν Ντεvί, που ο χορός του με τα ακτινωτά παρεκκλήσια άρχισε να χτίζεται το 1137 και επηρέασε όλη τη μετέπειτα γοτθική αρχιτεκτονική, από τη μητρόπολη του Λε Μαν –χτισμένη με μεικτό σύστημα– έως τις μητροπόλεις της Σανς (1140), της Νουαγιόν (1150), της Λαν (1160) και της Παναγίας του Παρισιού (άρχισε το 1163). Απλούστερους οικοδομικούς τύπους παρουσιάζουν η μοναστηριακή εκκλησία των κιστερκιανών στο Ποντινί (1150) και του Αγίου Μαυρικίου στην Ανζέ (1149). Την ίδια εποχή θεμελιώνονται οι μεγάλοι καθεδρικοί ναοί της Σαρτρ (οι εργασίες άρχισαν το 1134 και συνεχίστηκαν επί έναν αιώνα), της Μπουρζ (γύρω στο 1200) και της Ρενς (από το 1210) που μαζί με τη μητρόπολη της Αμιέν που είναι δέκα χρόνια νεότερή της, αποτελεί το πιο πολυσύνθετο δείγμα γοτθικού ρυθμού. Ολοκληρωτική σχεδόν αφαίρεση τοίχων χαρακτηρίζει τη Σεν Σαπέλ στο Παρίσι στα μέσα του 13ου αι., ενώ ο καθεδρικός ναός της Τρουά (1262-66) και αργότερα του Αγίου Ουάν στη Ρουάν, στις αρχές του 14ου αι., έχουν τεράστιο ύψος. Στα μεταγενέστερα τμήματα των μητροπόλεων της Αμιέν και της Ρουάν, ο γοτθικός ρυθμός αρχίζει να χάνει τον παλαιό ορθολογιστικό χαρακτήρα του και επικρατεί μια διακοσμητική διάταξη των παραθύρων. Η μητρόπολη της Ναρμπόν, η Αγία Καικιλία του Αλμπί, ο Άγιος Σεβερίνος στο Παρίσι και ο Σεν Νικολά ντι Πορ είναι τα εκφραστικότερα δείγματα αυτής της μεταγενέστερης φάσης. Οι αρχιτέκτονες των μεγάλων γαλλικών γοτθικών μητροπόλεων απέκτησαν συχνά μεγάλη φήμη και τιμές, όπως ο Βιλάρ ντ’ Ονκούρ, ο Ζακ Λιμπερζιέ, ο Πιερ ντε Μοντρέιγ κ.ά. Στη ζώνη του Ρήνου και στις γερμανόφωνες χώρες ο γοτθικός ρυθμός διείσδυσε στις αρχές του 13ου αι. Χαρακτηρίστηκε αρχικά από τολμηρό δυναμισμό αλλά και κάπως βαριές αναλογίες, όπως φανερώνει ο καθεδρικός ναός του Στρασβούργου (1240), γρήγορα όμως στράφηκε σε μορφές πιο ελαφρές, όπως στη μητρόπολη του Νάουμπουργκ (1250) και απέκτησε σαφείς τοπικούς χαρακτήρες. Αξιόλογα δείγματα αποτελούν η εκκλησία της Αγίας Ελισάβετ στο Μάρμπουργκ, η μητρόπολη της Κολονίας (άρχισε το 1248), το αβαείο των κιστερκιανών στο Άλτεμπεργκ κ.ά. Η προτίμηση του 14ου αι. για τα συνεχώς πλατύτερα τόξα χωρίς υπερώα, για τις φλογόμορφες διακοσμήσεις στα πολύλοβα παράθυρα και στους ρόδακες, για τα πολυσύνθετα σταυροθόλια και συστήματα βεργίων, είναι φανερή στις μητροπόλεις της Βιέννης και της Πράγας και αργότερα σε κτίρια όπως ο Άγιος Λαυρέντιος της Νυρεμβέργης (1439), η μητρόπολη του Μπράουνσβαϊγκ, η Παναγία του Ντάντσιχ και η μητρόπολη της Ουλμ (16ος αι.). Στην Ιβηρική χερσόνησο η μητρόπολη της Άβιλα που ολοκληρώθηκε κατά το 1190 είναι ένας τέλειος γοτθικός οργανισμός. Η μητρόπολη της Λεόν (1255) έχει ένα πολύπλοκο σύστημα τοξωτών αντηρίδων με φιάλες, ενώ υστερογοτθικά δείγματα είναι οι μητροπόλεις της Βαρκελώνης, της Χερόνα και της Πάλμα ντε Μαγιόρκα. Στην Αγγλία ο γοτθικός ρυθμός παρουσιάζεται στη μητρόπολη του Λίνκολν με τα εξαμερή σταυροθόλια και ύστερα στη μητρόπολη του Σόλσμπερι με το διπλό εγκάρσιο κλίτος και το πανύψηλο κωδωνοστάσιο με πυραμίδα. Χαρακτηριστικό των αγγλικών γοτθικών εκκλησιών είναι η ύπαρξη πολυάριθμων στοών στις προσόψεις με πλούσιο πλαστικό διάκοσμο. Στην τελευταία φάση της γοτθικής περιόδου, την κατακόρυφη (perpendicular), ανήκουν ο καθεδρικός ναός του Λίτσφιλντ και του Γουεστμίνστερ στο Λονδίνο. Οι σκανδιναβικές κατασκευές είναι πιο συντηρητικές στα ανοίγματα των τοίχων όπως η μητρόπολη του Τρόντχαϊμ όπου το ανεπτυγμένο οικοδομικό συγκρότημα του εσωτερικού έρχεται σε αντίθεση με τη σχεδόν ρομανική όψη του εξωτερικού με τις κυκλικές αντηρίδες και τα μικρά ανακουφιστικά τόξα. Πολύ απλές είναι και η εκκλησία του Αγίου Πέτρου στο Μάλμοε και η μητρόπολη του Άαρους. Στην Ιταλία παρουσιάστηκε το ίδιο φαινόμενο με τις νότιες και δυτικές περιοχές της Γαλλίας. Η πάντοτε παρούσα κλασική παράδοση δεν αποδέχτηκε εύκολα τα τεχνικά προβλήματα της ρομανικής αρχιτεκτονικής και φυσικά αδιαφόρησε και για τον γοτθικό ρυθμό. Η γοτθική έννοια του ακαθόριστου χώρου με την ασάφεια των ορίων, το ευμετάβλητο των προοπτικών και του φωτισμού, όπως και όλες οι συμβολικές λεπτομέρειες της μεσαιωνικής μυστικιστικής θεώρησης βρίσκονταν σε αντίθεση με την καθαρότητα της αρχαίας κληρονομιάς. Μολονότι ο νέος ρυθμός μεταφέρθηκε στην Ιταλία από το τάγμα των κιστερκιανών, που προτιμούσε τους απλούστερους και πλησιέστερους στα κλασικά πρότυπα τρόπους, δεν επηρέασε ουσιαστικά παρά τα διακοσμητικά στοιχεία, αν και συνετέλεσε στην αφαίρεση των υπερβολικών ρομανικών όγκων και στη διεύρυνση των εσωτερικών χώρων. Χαρακτήρα όχι καθαρά γοτθικό, εξαιτίας της έλλειψης οξυκόρυφων τόξων, είχαν η μονή της Φοσανόβα και του Καζαμάρι, της Παναγίας στην Αραμπόνα και του Σαν Γκάλγκαvo. Αργότερα χτίστηκαν ο Άγιος Ανδρέας στο Βερτσέλι, ο Άγιος Φραγκίσκος και η εκκλησία των Σέρβι στην Μπολόνια με οξυκόρυφα τόξα και οι δύο επάλληλες εκκλησίες του Αγίου Φραγκίσκου της Ασίζης. Το εγχώριο πνεύμα είναι εμφανέστερο στη λεπτή επεξεργασία της Σάντα Μαρία Νοβέλα στη Φλωρεντία και της μητρόπολης της Σιένα. Οι πολυάριθμες εκκλησίες των νέων μοναχικών ταγμάτων ήταν συνήθως ξυλόστεγες και συνεπώς ασυμβίβαστες με τον γοτθικό ρυθμό παρά τα οξυκόρυφα τόξα τους και τα επιμήκη δίλοβα παράθυρα τους, όπως η εκκλησία του Σταυρού στη Φλωρεντία. Toν 14o αι., με ποικίλους μορφολογικούς τρόπους που απομακρύνονταν αισθητά από τις επαναλήψεις των γοτθικών σχημάτων του βορρά, η Σάντα Μαρία ντελ Φιόρε στη Φλωρεντία προσάρμοσε στη νέα διατύπωση του χώρου τις αντιλήψεις του Αρνόλφο ντι Κάμπιο και συνδύασε το περίκεντρο και το δρομικό σχήμα. Οι προσόψεις των μητροπόλεων του Ορβιέτο και της Σιένα, παρά τη γοτθική ανάταση και τα βαθιά θυρώματά τους, παρουσιάζουν μεγάλη ιδιορρυθμία. Το κωδωνοστάσιο της μητρόπολης της Φλωρεντίας που άρχισε ο Τζιότο χρησιμοποιώντας γωνιαίες γοτθικές αντηρίδες ολοκληρώθηκε τον 14o αι. σε οριζόντια κατάληξη. Άλλα γοτθικά μνημεία της Ιταλίας είναι ο Άγιος Πετρώνιος στην Μπολόνια, η εκκλησία των Φράρι και των Αγίων Ιωάννου και Παύλου στη Βενετία και η μητρόπολη του Μιλάνου, βόρειας, γερμανικής κυρίως, έμπνευσης. Η γοτθική αρχιτεκτονική αντιπροσωπεύεται ακόμα από τα μοναστηριακά οικοδομήματα του Μάνλμπρον και του Μπεμπενχάουζεν, τα φρούρια των Σουήβων στην Ιταλία (το κυριότερο είναι το Κάστελ ντελ Μόντε), τα φρούρια του Μαρίενμπουργκ και του Άλμπρεχτσμπουργκ στο Μάισεν, τις πύλες των τειχών της Πράγας, του Ντάντσιχ, του Στένταλ, τα ανάκτορα του Μίνστερ, της Μπριζ κ.ά. Στην Ελλάδα μνημεία γοτθικού χαρακτήρα άφησαν οι Ιωαννίτες Ιππότες στη Ρόδο. Επίσης, από τη φραγκική κατάκτηση μετά την Δ’ Σταυροφορία διατηρούνται στην Ελλάδα αρκετά φρουριακά συγκροτήματα και λίγοι ναοί, όπως οι ερειπωμένοι της Αγίας Σοφίας της Ανδραβίδας και της Στυμφάλου, το επισκευασμένο σε γοτθικό ρυθμό τμήμα της βασιλικής της Αγίας Παρασκευής στη Χαλκίδα, τα κάστρα της Γλαρέντζας του Ηρακλείου στην Κρήτη κ.ά. Στη γλυπτική, ο γοτθικός ρυθμός προσέφερε νέες δυνατότητες διακοσμήσεων. Κιονόκρανα, θυρώματα, τύμπανα, προσόψεις, στοές στολίστηκαν με ανάγλυφα ή με περίοπτα αγάλματα. Το εικονογραφικό πρόγραμμα διευρύνθηκε και δέχθηκε όλη την ανθρώπινη σοφία των μεσαιωνικών εγκυκλοπαιδειών ή τις ποιητικές παραλλαγές του ρομανικού θεματολογίου. Γεννήθηκε ένας νέος νατουραλισμός ευρύτερος από τον κλασικό, όπως ορθά χαρακτηρίστηκε, γιατί πήγαζε από την πίστη ότι ο άνθρωπος αποτελεί το κέντρο ενός περιβάλλοντος με το οποίο είναι αναγκαστικά συνδεδεμένος. Στη Γαλλία τα νεότερα γλυπτά της Σαρτρ, αν και πιο ελεύθερα από εκείνα του βασιλικού θυρώματος, διατήρησαν την παλαιά αυστηρή κοσμικότητα και την εξάρτηση από τις γραμμές της αρχιτεκτονικής. Αλλά η σχολή της Ρενς έφτασε σε μεγαλύτερη φυσικότητα κινήσεων και ορθότερη ερμηνεία των χαρακτήρων. Μολονότι προσαρμοσμένα στο σχήμα του θυρώματος, τα θέματα του Ευαγγελισμού και της Επίσκεψης της Παναγίας στην Ελισάβετ διέθεταν μια ελαφριά ρυθμική κίνηση. Η αρχαϊκή κάμψη των αγαλμάτων της Σαρτρ μετατράπηκε σε νατουραλιστική κλίση. Οι διαβαθμίσεις των επιπέδων γίνονταν συνεχώς πιο απαλές και η ψυχολογική διείσδυση λεπτότερη, σε αγάλματα όπως ο Άγιος Ιωάννης της Ρενς. Στη φάση αυτή ανήκουν πολλά από τα γλυπτά της Αμιέν με τα ακόμα απαλότερα περάσματα των επιπέδων, την πιο αόριστη και χαμογελαστή έκφραση, που δεν απέχει όμως πολύ από το επιφανειακό. Η σχολή του Παρισιού διακρίνεται στα γλυπτά της Νοτρ Νταμ για την κάπως μειωμένη φωτεινότητα αλλά κυρίως για την αυλική πλαστική διατύπωση των αναγλύφων που προβάλλονται στο πλατύ λείο βάθος. Η διάδοση των αυλικών τρόπων οφείλεται στη μεγάλη κυκλοφορία σε όλη την Ευρώπη των ελεφάντινων αγαλματιδίων. Η προσεκτική παρατήρηση του πραγματικού δημιουργεί φυσικότερες κινήσεις, αρμονικότερες αναλογίες και προμηνύει τις θαυμάσιες προσωπογραφίες των ταφικών μνημείων των μέσων του 14ου αι. Κατάληξη του νατουραλισμού αποτελούν τα γλυπτά του Κλάους Σλούτερ για το αβαείο του Σανμόλ καθώς και όλα τα αγάλματα του 15ου αι. που συνδέονται με τη γλυπτική του Σλούτερ. Στη Γερμανία η μεγάλη παραγωγή γλυπτών σε μέταλλο βοήθησε τη μορφή να απαγκιστρωθεί από την αρχιτεκτονική ακαμψία της ρομανικής περιόδου. Τα γλυπτά του καθεδρικού ναού της Βαμβέργης (1230-40) παρουσιάζουν ήδη, εκτός από τις απαλές διαβαθμίσεις των επιπέδων, έντονα ζωγραφικές πτυχώσεις και αναζητήσεις στερεάς δομής. Τα γλυπτά της μητρόπολης του Στρασβούργου ακολουθούν την ίδια ρυθμολογική κατεύθυνση αλλά σε πιο προχωρημένο στάδιο που καταλήγει στην υψηλή καλλιτεχνική ποιότητα του ρωμαλέου πλαστικού εξπρεσιονισμού των γλυπτών του Νάουμπουργκ του 1260-70. Τα αγάλματα αυτά είναι η αφετηρία μιας μεγάλης παραγωγής σε μάρμαρο, ξύλο και μέταλλο μεμονωμένων μορφών, ιδίως αγαλμάτων της Παναγίας, συμπλεγμάτων, κυρίως Αποκαθηλώσεων,ή επιτύμβιων αναγλύφων με έντονη δραματικότητα, προσεκτική και επίμονη αναζήτηση της λεπτομέρειας και ισχυρή δομή, χαρακτηριστικά της γοτθικής γερμανικής σχολής του 14ου και 15ου αι. Αξιόλογη υπήρξε και η ανάπτυξη της αγγλικής γλυπτικής, που στα έργα των καθεδρικών ναών του Γουέλς, του Λίνκολν και του Γουεστμίνστερ είχε ήδη (περ. 1220) αποδεσμευτεί από τη ρομανική σχηματοποίηση και εξέφραζε τον ιδεαλιστικό προσανατολισμό της με απαλές διαβαθμίσεις των επιπέδων, αλλά χωρίς ποτέ να πετύχει τη φωτεινή πραγματική και ψυχική παρουσία των γαλλικών γλυπτών. Η μεταπήδησή της στην κομψή γραμμικότητα του 14ου αι. ήταν εύκολη και εκδηλώθηκε με επιφανειακές αναζητήσεις εκφράσεων γλυκύτητας, ελαφρούς κυματισμούς των επιπέδων και λεπτές και λυγερές αναλογίες των μορφών. Περίπου το 1410 τα ταφικά μνημεία εγκαινίασαν μια περίοδο αντίδρασης και οδήγησαν σε προσεκτικότερη έρευνα των φυσικών δεδομένων και σε στερεότερες αναλογίες της μορφής, που εμπνέονταν από τις αντίστοιχες αναζητήσεις της ίδιας εποχής στη Γαλλία. Στην Ιταλία οι εξελίξεις ήταν κάπως διαφορετικές. Αλλού συνεχίζονταν οι ρομανικοί τρόποι και αλλού μεσολαβούσε η κλασική γλυπτική, ιδίως στην Τοσκάνη και στη νότια Ιταλία. Παράλληλα, η έλλειψη κιονωτών αγαλμάτων, όπως εκείνα των γαλλικών καθεδρικών ναών, έκανε ευκολότερη τη διάρθρωση των κινήσεων και την αποδέσμευση από τις αυστηρές τάσεις που είχαν επιβληθεί από την αρχιτεκτονική. Με τον Νικόλα Πιζάνο, ο γαλλικός γοτθικός ρυθμός επέδρασε στις αρχιτεκτονικές μορφές των αμβώνων και οδήγησε σιγά-σιγά σε σχήματα με περισσότερη χάρη και σε λεπτότερες διαβαθμίσεις των επιπέδων. Στον προσανατολισμό αυτό αντέδρασε ο Αρνόλφο ντι Κάμπιο φτάνοντας σε σχεδόν προαναγεννησιακή ελευθερία. Προσηλωμένος με τον δικό του τρόπο στον γοτθικό ρυθμό παρέμεινε ο Τζοβάνι Πιζάνο, αν και η δραματική φύση του και η συνοπτική έκφρασή του δεν συμβάδιζαν με την επιτηδευμένη κομψότητα του καιρού του, στην οποία –αντίθετα– είχε προσαρμοστεί η λεπτή και χαριτωμένη τεχνοτροπία του Λορέντζο Μαϊτάνι. Οι εκφραστικοί τρόποι της Πίζα διαδόθηκαν στη νότια Ιταλία από τον Tίνo ντα Καμαΐνο, ενώ στη βόρεια Ιταλία ενώθηκαν με ισχυρές επιδράσεις από το εξωτερικό και ενέπνευσαν πολλούς γλύπτες που εργάζονταν στη Λομβαρδία, στη Βερόνα και αργότερα στη μητρόπολη του Μιλάνου. Στα τέλη του 14ου αι., ο Γιάκοπο ντέλα Κουέρτσια και ο Λορέντσο Γκιμπέρτι δημιούργησαν δύο διαφορετικές παραλλαγές του γοτθικού ύφους. Με την κατάργηση των τοίχων και την αντικατάσταση της νωπογραφίας με το υαλογράφημα στη μνημειακή διακόσμηση, συνδυάστηκαν η γραμμική έκφραση της ρομανικής ζωγραφικής και το αίτημα της σύλληψης του πραγματικού φωτός και όχι της απομίμησής του. Στις σχολές του Σεν Ντενί και της Σαρτρ προστέθηκε και η σχολή του Παρισιού με τα αριστουργήματα της Σεν Σαπέλ. Σημαντικά υαλογραφήματα θεωρούνται επίσης της Λαν, του Λε Μαν, της Μπουρζ και της Πουατιέ, χαρακτηριστικά για τη σχηματοποίηση και τα φωτεινά επίπεδα χρώματά τους. Αργότερα, τον 14o αι., ο πολύχρωμος υαλοπίνακας παραχώρησε τη θέση του στη μονοχρωμία των γκρίζων τόνων (grisaille) ή συνδυάστηκε μαζί της για να περιορίσει τα υπερβολικά μεγάλα ανοίγματα των τοίχων ή για να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις σοβαρότητας του τάγματος των κιστερκιανών, αλλά και για να πετύχει ίσως κομψότερα αποτελέσματα. Το καθαρά γοτθικό είδος της ζωγραφικής, το υαλογράφημα, εκπροσωπήθηκε στην Αγγλία από τις συνθέσεις των καθεδρικών ναών του Γιορκ και του Γκλόστερ και στη ζώνη της Ρηνανίας από τα υαλογραφήματα του Στρασβούργου και της Κολονίας. Στην Ιταλία, όπου δεν σταμάτησε η προτίμηση για τις νωπογραφίες, τα υαλογραφήματα ήταν σχετικά λίγα και εμφανίστηκαν σποραδικά, κυρίως στην τέχνη του Σιμόνε Μαρτίνι και των οπαδών του της Σιένα και της Αβινιόν. Στην ιταλική ζωγραφική της εποχής αυτής δεν επικράτησε η γοτθική επίδραση αλλά εξακολούθησαν να χρησιμοποιούνται οι βυζαντινοί τρόποι από τους οποίους προήλθαν αργότερα οι τοπικές ιταλικές σχολές. Η σχολή της Σιένα επηρέασε σημαντικά τη διαμόρφωση των σχολών της Βοημίας και της Καταλονίας και συνέτεινε στον νέο νατουραλιστικό προσανατολισμό του διεθνούς γοτθικού ρεύματος που διακρίθηκε για την αφθονία των περιγραφικών λεπτομερειών και τις αφελείς και φανταστικές διηγήσεις οι οποίες τοποθετούνται σε ένα ελαφρά προοπτικό βάθος. Στην προετοιμασία της τελικής φάσης της γοτθικής ζωγραφικής που καταλήγει στους Βαν Άικ, η συμβολή της παρισινής και της φλαμανδικής μικρογραφίας ήταν σημαντική. Παρά τον τεράστιο αντίκτυπο σε όλη την ευρωπαϊκή ζωγραφική των καινοτομιών των Βαν Άικ, η σχολή της Κολονίας και στη Γαλλία ο Φουκέ παρέμειναν κατά μεγάλο μέρος πιστοί στους γοτθικούς τρόπους. Άγαλμα του Κάνγκραντ του A’, άρχοντα της Βερόνας, που χρονολογείται στον 14ο αι. και αποτελεί αντιπροσωπευτικό δείγμα της γοτθικής γλυπτικής (Δημοτικό Μουσείο, Βερόνα). «Η Παναγία με το Βρέφος», τμήμα της «Μαεστά» του Σιμόνε Μαρτίνι (1315), έργο του λεγόμενου «διεθνούς γοτθικού ύφους» (Palazzo Publico, Σιένα· φωτ. Igda). Η Παναγία των Παρισίων, ένα από τα πιο φημισμένα μνημεία της γαλλικής γοτθικής τέχνης, άρχισε να οικοδομείται το 1163 και τελείωσε στη δεύτερη πεντηκονταετία του 13ου αι. Εσωτερική όψη του προστώου της μητρόπολης του Γκλόστερ (14ος-15ος αι.). Στην περίοδο αυτή, η μητρόπολη που είχε χτιστεί στα τέλη του 11ου αι., συμπληρώθηκε με νέα κτίσματα. Ο ρόδακας στη νότια πλευρά της μητρόπολης της Σαρτρ (13ος αι.). Το θαυμάσιο σύνολο των υαλογραφημάτων του ναού, που διατηρούνται σχεδόν ανέπαφα, ανάγεται στον 12o και 13o αι. Το κεντρικό θύρωμα της μητρόπολης του Στρασβούργου με τον πλούσιο γλυπτικό διάκοσμο. Ο κομψός, ακάλυπτος εξώστης στο παπικό ανάκτορο του Βιτέρμπο, κατασκευασμένος το 1267, εξαίρετο δείγμα γοτθικής τέχνης. Ο καθεδρικός ναός της Σαρτρ, θαυμαστό γοτθικό οικοδόμημα, περίφημο και για τα σύνολα των υαλογραφημάτων και των γλυπτών του. Η πρόσοψη άρχισε να κατασκευάζεται το 1134. Η ανάλαφρη πυραμίδα του αριστερού κωδωνοστασίου, έργο του Zαv ντε Μπος, κατασκευάστηκε στις αρχές του 16ου αι. Εσωτερικό της εκκλησίας του Αγίου Μαρτίνου στο Λάντσχουτ, που την έχτισε ο Χανς Στετχάιμερ, ο επιφανέστερος αρχιτέκτονας της υστερογοτθικής εποχής της Βαυαρίας. Ο ναός αυτός, αρχιτεκτονικά άψογος, προσελκύει πολλούς επισκέπτες και κυρίως σπουδαστές της αρχιτεκτονικής απ’ όλα τα μέρη της Γερμανίας. Παράσταση του Θεοδώριχου, βασιλιά των Οστρογότθων, σε τμήμα ανάγλυφου του 12ου αι. στη Βερόνα. Ανάγλυφο σε ορειχάλκινο μετάλλιο που απεικονίζει τον θεοδώριχο (Βρετανικό Μουσείο, Λονδίνο).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Βαλεντίνος — I (Valentinus, 2ος αι. μ.Χ.). Γνωστικός από την Αίγυπτο. Σπούδασε στην Αλεξάνδρεια και κατόπιν, περίπου το 140 μ.Χ., εγκαταστάθηκε στη Ρώμη. Τις θεωρίες του γνωρίζουμε από κάποια αποσπάσματα που παραθέτει ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, καθώς επίσης από… …   Dictionary of Greek

  • Οστρογότθοι — (= ανατολικοί Γότθοι). Κλάδος της γερμανικής φυλής των Γότθων, οι οποίοι στα τέλη του 2ου και στις αρχές του 3ου αι. μ.Χ. μετανάστευσαν από τη Βαλτική στη νότια Ρωσία και εγκαταστάθηκαν μεταξύ των ποταμών Δούναβη και Δον. Ο Δνείστερος τους χώρισε …   Dictionary of Greek

  • Αρκάδιος — I (377 – 408 μ.Χ.). Αυτοκράτορας του Βυζαντίου (395 408).Ο πρώτος αυτοκράτορας του Βυζαντίου μετά την οριστική διαίρεση της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας από τον πατέρα του Θεοδόσιο τον Μέγα σε ανατολικό και δυτικό τμήμα. Με αδύνατο χαρακτήρα, άβουλος… …   Dictionary of Greek

  • Ρουμανία — Κράτος της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Συνορεύει στα Β με την Ουκρανία, στα Δ με την Ουγγαρία και τη Σερβία, στα Ν με τη Βουλγαρία, ενώ στα Α βρέχεται από τη Μαύρη Θάλασσα.H Pουμανία ανήκει στην παραδουνάβια Eυρώπη κι εισχωρεί σαν σφήνα στο σλαβικό… …   Dictionary of Greek

  • Σουηδία — Κράτος της Βόρειας Ευρώπης μεταξύ της Φινλανδίας και της Νορβηγίας.H Σουηδία (Konungariket Sverige) είναι η μεγαλύτερη από τις σκανδιναβικές χώρες. Tα σύνορά της, που καθορίστηκαν μόνιμα με το Σύμφωνο της Bιέννης (1815), ορίζονται φυσικά από την… …   Dictionary of Greek

  • Asterix and the Goths — Graphicnovelbox title=Asterix and the Goths foreigntitle=Astérix chez les Goths imagesize= caption=Cover of the English edition publisher=Dargaud date=1963 series=Asterix main char team=Asterix and Obelix origpublication= Pilote origissues=… …   Wikipedia

  • Astérix et les Goths — 3e album de la série Astérix Scénario René Goscinny Dessin Albert Uderzo Personnages principaux Astérix, Obélix, Panoramix Éditeur …   Wikipédia en Français

  • Γάλλος — I Ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 200 μ., 430 κάτ.) του νομού Ρεθύμνης. Βρίσκεται σε κοντινή απόσταση από το Ρέθυμνο, σε μια περιοχή κατάφυτη από βελανιδιές. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Ρεθύμνης. II Όνομα ιστορικών προσώπων της ρωμαϊκής εποχής. 1.… …   Dictionary of Greek

  • γάλλος — I Ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 200 μ., 430 κάτ.) του νομού Ρεθύμνης. Βρίσκεται σε κοντινή απόσταση από το Ρέθυμνο, σε μια περιοχή κατάφυτη από βελανιδιές. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Ρεθύμνης. II Όνομα ιστορικών προσώπων της ρωμαϊκής εποχής. 1.… …   Dictionary of Greek

  • νομισματολογία — Η λέξη νόμισμα παράγεται από τη λέξη νόμος και σημαίνει το νόμιμο, δηλαδή το νόμιμο μέτρο των αξιών. Τα πρώτα νομίσματα κόπηκαν κατά τα μέσα του 7ου αι. π.Χ. στη Μικρά Ασία, στο βασίλειο της Λυδίας ή στις ελληνικές πόλεις της Ιωνίας. Ο ακριβής… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.